ΧΡΥΣΟΧΩΡΙ
Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ
Γεννήθηκα και πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια σε ένα μικρό αλλά όμορφο χωριό της Πελοποννήσου το ΄΄Χρυσοχώρι΄΄, που τότε λεγόταν ΄΄ΒΛΑΧΟΙ΄΄. Ο τόπος που γεννιέται κάθε άνθρωπος είναι καθοριστικός για τον χαρακτήρα του και επηρεάζει τη μετέπειτα εξέλιξη του, στην καθημερινότητα του, τη δουλειά και την οικογένεια του.
Αφορμή για να πάρω χαρτί και μολύβι και να καταγράψω τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις μου από το χωριό μου και τους ανθρώπους του, στάθηκε ο συμπατριώτης μας Πέτρος Τούντας (τον οποίο ελάχιστα θυμάμαι), αλλά τον ευχαριστώ και του εύχομαι τα καλύτερα για αυτόν και την οικογένεια του και το ενδιαφέρον του για το χωριό να παραμείνει αμείωτο.
Το χωριό μας το ΧΡΥΣΟΧΩΡΙ, μικρό για τα σημερινά δεδομένα, μεγάλο όμως στα παιδικά μας μάτια. Ήταν για εμάς το κέντρο το κόσμου αφού εκεί γεννηθήκαμε, εκεί είδαμε το πρώτο φως του ήλιου, εκεί αναπνεύσαμε, εκεί παίξαμε, κλάψαμε, φωνάξαμε, εκεί πήγαμε σχολείο.
Όμορφο πολύ το χωριό μας, κτισμένο σε ένα λόφο με πολύ πράσινο και σε απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων από αυτό, κυλά τα ήσυχα νερά του ο ποταμός Λάδωνας, δίνοντας στην περιοχή ομορφιά και ευφορία. Μια φύση μαγική με πηγές (βρυσούλα, Νεράκια, Άμπουλας), και ρέματα (Μπετσόρεμα, Μπάλιζα), που γινόταν ακόμη πιο γοητευτική από τον ήχο των ΄΄τροκανιών΄΄, των προβάτων δλδ, μιας και όλοι οι κάτοικοι του χωριού μας ήταν πρώτα κτηνοτρόφοι και μετά γεωργοί.μεταξύ τους υπήρχε αλληλοσεβασμός, αλληλεγγύη και σύμπνοια. Ιδιαίτερα οι τσομπάνηδες που περνούσαν όλη τη μέρα τους στα βοσκοτόπια, ο ένας παρέα με τον άλλον. Οι ιστορίες έδιναν και έπαιρναν. Από τα σφυρίγματα τους αντιλαλούσαν οι γύρω περιοχές (του Πλαπούτα, η Ροκανού, του Κατσούλα). Το καλοκαίρι πολλοί τσομπάνηδες κοιμόταν στα μαντριά τους, φυλάγοντας έτσι το κοπάδι τους. Δεν έλειπαν και οι συνεργασίες μεταξύ τους. Συγκέντρωναν 2- 3 το γάλα, το έπηζαν τυρί, ή αν υπήρχε ανάγκη φύλαγε ο είς τα πρόβατα του άλλου.
Εμείς τα παιδιά μυημένα στις ασχολίες των γονιών μας βοηθούσαμε παντού, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε απλά για να διασκεδάσουμε. Θυμάμαι πηγαίναμε όταν αρμέγαμε το γάλα και πίναμε τον αφρό που κάνει αυτό όταν χύνεται με πίεση μέσα στην καρδάρα. Κι αν δεν βρισκόταν κουτάλι είχαμε τη λύση. Κόβαμε ένα ΄΄μπότσικα΄΄ και ρουφούσαμε με αυτό. η ανάγκη κάνει τον άνθρωπο εφευρέτη. Δύσκολη η δουλειά του κτηνοτρόφου, όπως την αναλογίζομαι σήμερα. Πιστεύω όμως, ότι για τους ανθρώπους του χωριού μου, η γκλίτσα και το αλέτρι ήταν η ζωή τους, τα φτερά τους, που τους έδιναν δύναμη να αντιμετωπίσουν τη ζωή με αισιοδοξία. Για το λόγο τούτο εξάλλου έκαναν και πολλά παιδιά. Ήταν αισιόδοξοι και ανοιχτόκαρδοι άνθρωποι. Ήταν ελεύθεροι , βιοπαλαιστές, άνθρωποι της καθημερινότητας.
Τα σπίτια του χωριού μας, μικρά και απλά, χωρίς τίποτε περισσότερο από τα εντελώς απαραίτητα, ήταν ζεστά από αγάπη και ηθικές αξίες, ανοιχτά προς όλους, συγγενείς και ξένους. Ο σεβασμός και η υπακοή στους γονείς, τους δασκάλους, τους μεγαλύτερους, ήταν το πρώτο δίδαγμα που μάθαμε από τους γονείς μας, που μας δίδαξαν με το παράδειγμα τους. Αγάπη για το περιβάλλον, την αυλή του σπιτιού, το χωράφι, τα πρόβατα και για όλα τα ζωντανά μας. Συμπόνια στον πονεμένο, παρέα στον μοναχικό, αγάπη για όλους τους συγχωριανούς.
Οι Χρυσοχωρίτες, αλλά και όλοι οι άνθρωποι της υπαίθρου είχαν διαμορφώσει τον τρόπο ζωής, διατροφής, διασκέδασης τους, ανάλογα με το επάγγελμα τους. Πρώτα από όλα ήταν αυτάρκεις, παράγοντας ή κατασκευάζοντας οτιδήποτε τους ήταν απαραίτητο για το σπιτικό ή την εργασία τους. Τα σκεπάσματα τους, τα ρούχα τους, τα τσουβάλια που αποθήκευαν το σιτάρι (ματαράτσια), τα στρώματα που κοιμόταν (με τα πούσια από τα αραπόσιτα), τα στρωσίδια για το πάτωμα (βελέντζες, απλάδια, διαδρόμια), τα διακοσμητικά , τα κεντήματα και άλλα. Αυτή ήταν δουλειά των γυναικών. Οι άντρες κατασκεύαζαν τα εργαλεία της δουλειάς τους, ήτοι γκλίτσες, ποτίστρες για τα πρόβατα, φράχτες, αλέτρια και άλλα γεωργικά εργαλεία με τη βοήθεια του Γιώργου του Ξυνή.
Οι καλλιέργειες στο χωριό μας ήταν το σιτάρη, η βρώμη, το κριθάρι, το καλαμπόκι, το τριφύλλι και για μια περίπου δεκαπενταετία κύρια καλλιέργεια ήταν το φυστίκι. Υπήρχε στο χωριό μας και εργοστάσιο επεξεργασίας του φιστικιού, όπου εργαζόταν και πολλοί συμπατριώτες μας. Το φυστίκι έδωσε μια οικονομική άνθηση στο χωριό και μια εμπορική κίνηση μιας και έμποροι το επισκέπτονταν για διαπραγματεύσεις τιμής και αγοράς του. Πιστεύω ότι εκείνη τη δεκαετία μεταξύ 1960 και 1970 το χωριό γνώρισε μια σχετική οικονομική ευμάρεια.
Τον Οκτώβρη που έβγαζαν τα φυστίκια, υπήρχε ζωηρή κίνηση στα χωράφια, τους δρόμους που οδηγούσαν σε αυτά, μια πανδαισία, που συνοδεύοταν από την κούραση των χωρικών αλλά και από την χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους, επειδή η σοδειά πήγε καλά.
Το καλαμπόκι επίσης, σαν προϊόν είχε μεγάλη αξία, επειδή από τη μια χρησιμοποιούνταν για τροφή των ζωντανών και από την άλλη το πωλούσαν, αυξάνοντας έτσι το εισόδημα τους. Ο ΄΄ξέφυλλος΄΄, η διαδικασία της απαλλαγής του καρπού από το προστατευτικό του κάλυμμα (πούσι) ήταν ένα βραδινό πανυγήρι΄΄, που έσπαζε την μονοτονία της καθημερινότητας. Και να πως γινόταν:
Το καλαμπόκι, το αραποσίτι όπως το λέγαμε, κουβαλιόταν με τα ζώα στο κατώι κάθε σπιτιού ή σε παρακείμενη αποθήκη σε μεγάλους σωρούς. Εκεί γινόταν ο ξέφυλλος, αφού είχαν ειδοποιηθεί οι χωριανοί μια δυο ημέρες νωρίτερα. Σήμερα π.χ. έχουμε ξέφυλλο στου Τσολιά. Αύριο στου Τούντα, στα Ξυνείκα κοκ. Ο ξέφυλλος ήταν μια ευχάριστη βραδινή απασχόληση για τους χωριανούς, γιατί μαζεμένοι πολλοί μαζί και ήρεμοι μπορούσαν να ανταλλάξουν ιδέες και απόψεις για τις γεωργικές και κτηνοτροφικές τους ασχολίες, μιλούσαν για τις ιστορίες από το στρατό, για πολιτική, για έρωτες και προξενιά, για νεράιδες, μάγισσες και φαντάσματα, για τα περασμένα χρόνια. Εκεί σε αυτές τις συγκεντρώσεις εργασίας δημιουργήθηκαν και πολλά αυτοσχέδια δημοτικά τραγούδια.
Τα γέλια και οι χαρές τράνταζαν ολόκληρο το χωριό. Για τα παιδιά ήταν η καλύτερη τους, γιατί άκουγαν με θαυμασμό τις ιστορίες των μεγάλων, ξενυχτούσαν και συγχρόνως έκαναν τσουλήθρα στο σωρό του καλαμποκιού, αδιαφορώντας για τη φαγούρα από τα πούσια και τα μουστάκια του καλαμποκιού, αλλά το σπουδαιότερο περίμεναν και το κομμάτι του χαλβά που πρόσφερε η νοικοκυρά καμωμένο από τα χεράκια της. Ήταν το κέρασμα με τη λήξη της εργασίας. Οι άντρες βέβαια, έπιναν κι από κανένα ποτηράκι κοκκινέλι από το βαρέλι που υπήρχε στο υπόγειο κάθε χωριανού.
Στο χωριό μας κάθε γεωργική και κτηνοτροφική εργασία ήταν και μια ευκαιρία για διασκέδαση, φαγοπότι και αντάμωμα όλων των συγχωριανών. Ο θέρος, ο τρύγος, η κουρά των προβάτων (που γινόταν το καλοκαίρι), το σφάξιμο των γουρουνιών τις απόκριες, ήταν δύσκολες και κοπιαστικές εργασίες, όμως οι γονείς μας τις είχαν κάνει ευχάριστες συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου.
Η καθημερινότητα τους, η συμπεριφορά και οι πράξεις τους, ήταν βαθύτατα επηρεασμένες από τα ήθη και έθιμα της εποχής και από τις θρησκευτικές αντιλήψεις τους. Όλοι στο χωριό μας είχαν βαθιά πίστη στο Θεό, τηρούσαν με ευλάβεια όλες τις θρησκευτικές εορτές και αυτή την ευλάβεια τη μετέδιδαν με ένα μαγικό τρόπο και σε εμάς τα παιδιά τους.
Στο Χρυσοχώρι είχαμε πανηγύρι του Αγ. Γεωργίου κι του Αγ. Κωνσταντίνου, όπου ερχόταν και από τα γύρω χωριά να προσκυνήσουν και να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις του χωριού. Το ίδιο βέβαια γινόταν και από εμάς όταν γιόρταζαν τα γύρω χωριά. Οι μετακινήσεις βέβαια από χωριό σε χωριό γινόταν με τα πόδια ή με γαϊδουράκια. Τον Αύγουστο που γιορτάζονται τα 9μερα της Παναγίας, πολλοί χωριανοί μας πήγαιναν να προσκυνήσουν την Παναγία «Σεπετώ». Μια δοξασία λέει ότι ονομάστηκε έτσι η Παναγία γιατί κάποια μάνα είχε άρρωστο το παιδί της και το είχε τάξει στην Παναγία να το κάνει καλά και αυτή θα το πετούσε στη βαθιά χαράδρα κάτω από το Μοναστήρι. Έτσι και έγινε και το παιδί ενώ πετάχτηκε σε πολύ μεγάλο βάθος δεν έπαθε τίποτα, αντίθετα έγινε καλά και το μοναστήρι ονομάστηκε από τότε Παναγία Σεπετώ.
Το Σεπετώ λοιπόν, ανήκει στο Νομό Ηλείας, κι εμείς από το χωρίο μας βαδίζαμε 7 – 8 ώρες περνώντας και τον ποταμό Αλφειό, που είχε αρκετό νερό και φτάναμε στο μοναστήρι το βράδυ. Διανυκτερεύαμε έξω για να προσκυνήσουμε την Παναγία. Αυτή τη γιορτή εμείς τα παιδιά την περιμέναμε με ανυπομονησία, γιατί οι γονείς μας έπαιρναν μαζί τους και ζούσαμε την περιπέτεια του ταξιδιού με ο,τι συνεπάγεται αυτό.
Αν και στο Χρυσοχώρι έζησα ως τα 12 χρόνια μου, οι αναμνήσεις είναι πολλές και βαθιά χαραγμένες μέσα μου και τις ανακαλώ στη μνήμη μου με νοσταλγία. Όπως με νοσταλγία θυμάμαι και τις αποκριές στο χωριό μου, τότε που όλοι μας μικροί και μεγάλοι χορεύαμε στο ρυθμό ενός αυτοσχέδιου καρναβαλιού. Το καρναβάλι γινόταν σε διάφορες γειτονιές, αλλά το μεγαλύτερο γινόταν στην αυλή του Νίκου του Σπανού, όπου διοργανωτές ήταν οι αδελφές του Αθανασία και Αγγέλω. Η φαντασία τους ξεπερνούσε κάθε όριο. Η αυτοσχέδια «ξυλογαιδάρα», κάτι σαν σημερινή τραμπάλα, ήταν το σημείο αναφοράς των εκδηλώσεων. Έμπηγαν ένα γερό ξύλο βαθιά στο χώμα και πάνω κούμπωνε ένα άλλο μακρύ ξύλο κι εκεί ανέβαιναν δεξιά και αριστερά δυο αναβάτες, παιδιά ή μεγάλοι και κάποιος τρίτος τους στριφογύριζε με δύναμη. Τώρα σκέφτομαι πόσο επικίνδυνο παιχνίδι ήταν. Ξυλογαιδάρες στήνονταν σε 2-3 σημεία του χωριού. Επίσης, εμείς τα παιδιά κουβαλούσαμε ξύλα, φραγκοσυκιές, πλιά αντικείμενα και κάναμε ένα σωρό στη μέση της αυλής και ανάβαμε μια τεράστια φωτιά, που ο καπνός έφτανε μέχρι τον ουρανό. Πηδούσαμε, χορεύαμε, τρέχαμε, και μέσα σε αυτή την πανδαισία εμφανιζόταν και οι «μπούλες».
Μπούλες, λέγαμε τα καρναβάλια, τους μεταμφιεσμένους δλδ κατοίκους του χωριού, που μεταμορφόνωνταν με απλά καθημερινά ρούχα και γινόταν αγνώριστοι. Για μάσκες στο πρόσωπο χρησιμοποιούσαν τις «τσεμπέρες», μαντήλια δλδ διάφανα σε άσπρο χρώμα, καφέ και μαύρο, που φορούσαν όλες οι γυναίκες του χωριού. Η φαντασία τους περνούσε κάθε προηγούμενο, το καλύτερο καρναβάλι στο χωριό μας αν θυμάμαι καλά, πρέπει να έγινε το 1964. τότε στη ράχη, τον κεντρικό δρόμο του χωριού, έγινε και παρέλαση καρναβαλιών. Την παράσταση έκλεψε ο Νικολός ο Τσατσαρώνης, ο οποίος υποδυόταν τον γιατρό, καβάλα σε ένα γαϊδούρι, το οποίο είχε βάψει με μπογιά και γιάτρευε τους συγχωριανούς μας με διάφορα γιατροσόφια.
Την Καθαρά Δευτέρα συγκεντρωνόταν όλοι οι συγχωριανοί με νηστίσιμα εδέσματα να πάνε στα Κούλουμπα, σε κάποιο δλδ ξέφωτο μέρος. Συνήθως πήγαιναν στην ¨Κατσούλα», όπου συνέχιζαν τις εκδηλώσεις του Καρναβαλιού με τραγούδια, χορό και διάφορες στιχομυθίες. Εκεί συναντιούνταν με άλλου χωρικούς από τα γύρω χωριά, Μπέτσι, Όχθια κλπ και διασκέδαζαν όλοι μαζί. Οι συγχωριανοί μας ήξεραν να ομορφαίνουν την καθημερινότητα τους και να σπάζουν τη ρουτίνα, χωρίς πολυτέλειες, χωρίς άγχος. Ήταν πολύ πιο ευτυχισμένοι από ότι εμείς σήμερα που έχουμε όλα τα υλικά αγαθά και όλες τις ανέσεις, που μάλλον έχουν γίνει δεσμεύσεις και μας απομακρύνουν από το συνάνθρωπο μας.
Τα σπίτια στο χωριό ήταν ανοιχτά με το κλειδί στην εξώπορτα. Η φιλοξενία κατείχε ιδιαίτερη θέση για τους ανθρώπους του χωριού μας. Ο ξένος που ερχόταν στο χωριό, έπρεπε να φάει, να κοιμηθεί και να του παρέχουν τη βοήθεια που χρειαζόταν. Το φαγητό τους απλό, ό,τι βρισκόταν εκείνη τη στιγμή, αυγό, ντομάτα, ελιά και κρεμμύδι, αλλά οι νοικοκυρές για τέτοιες περιπτώσεις είχαν κρύψει και την «τσιγαρίδα», (χοιρινό ψαχνό), που το αποθήκευαν μέσα στο λίπος από τα χοιρινά που έσφαζαν τις απόκριες.
Μέσα από αυτή τους την απλότητα και τον αυθορμητισμό, οι συγχωριανοί μας έδειχναν το μεγαλείο της ψυχής τους. Σήμερα, όσο πιο κοντά είναι οι στέγες των σπιτιών μας, τόσο πιο μακριά είναι οι καρδιές μας.
Για το τέλος, θα προσπαθήσω να περιγράψω πως γινόταν στα χρόνια μου οι γάμοι στο χωριό μας. Κατ’ εξοχήν οι γάμοι γίνονταν με προξενιό, χωρίς βέβαια να αποκλείονται και οι γάμοι από έρωτα, που αν δεν ήταν αποδεκτός από τους γονείς, τότε το ζευγάρι κλεβόταν. Επιτρεπτό ήταν να στείλει ο άντρας προξενιό στην κοπέλα, το αντίθετο θεωρείτο σπάνιο και ολίγον υποτιμητικό.
Η συμφωνία για την προίκα (θεσμός απαραίτητος σε κάθε προξενιό) γινόταν απουσία του γαμπρού και της νύφης, μεταξύ των δυο συμπεθέρων ή και των μεγαλύτερων αδελφών και από τις δυο πλευρές. Τότε τόσο στην Πελοπόννησο αλλά και σε όλη την Ελλάδα οι οικογένειες ήταν πατριαρχικές, και ότι εκτός από τον πατέρα, σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις της οικογένειας είχαν τα αγόρια και ιδιαίτερα τα πρωτότοκα. Μάλιστα, τα αγόρια έπρεπε πρώτα να παντρέψουν τις αδελφές τους και μετά να παντρευτούν αυτά. Κι αν δεν άνοιγε η τύχη του κοριτσιού, όπως έλεγαν, έκλεινε και του αγοριού.
Οι γάμοι γινόταν κυρίως μεταξύ αγοριών και κοριτσιών από το χωριό μας ή από τα γύρω χωριά. Ευκαιρίες να γνωρίσεις ξένους ήταν περιορισμένες, είτε σε κανένα πανηγύρι, είτε αν γινόταν γάμος στο χωριό μας και ερχόταν το συμπεθεριό, τότε υπήρχε ευκαιρία για λίγο φλέρτ και η συνέχεια της προσέγγισης πάλι ήταν το προξενιό.
Πολλοί νέοι συγχωριανοί μας, αγόρια και κορίτσια της δεκαετία του 60, ξενιτεύτηκαν, κυρίως Καναδά και Αυστραλία, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής σε τόπους παραδεισένιους, όπως τους περιέγραφαν. Η Ελλάδα τότε, προσπαθούσε να ορθοποδήσει από τον ΄Β Παγκόσμιο πόλεμο, και από τον εμφύλιο, χάνοντας έτσι τόσο το χωρίο μας όσο και όλη η χώρα τα νιάτα, το πιο ενεργό κομμάτι της κοινωνίας. Τα νέα αυτά παιδιά παντρεύτηκαν και δημιουργήθηκαν στις νέες τους πατρίδες, διατηρώντας όμως πάντα τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους, με άσβεστη τη νοσταλγία για επιστροφή στον τόπο τους. Όσοι μείναμε εδώ, γευτήκαμε την ανάκαμψη της πατρίδας μας, απολαύσαμε την πρόοδο της, για να φτάσουμε στο σήμερα, που τη χώρα μας τη γονάτισαν κακοί χειρισμοί πολιτικών, καθώς και ξένα συμφέροντα.
Η προετοιμασία του γάμου ήταν ευχάριστη αλλά και κουραστική. Ξεκινούσε με την καθαριότητα του σπιτιού, το ασβέστωμα της αυλής, την τακτοποίηση της προίκας, το φτιάξιμο των γλυκών, το ράψιμο των ρούχων που θα φορούσε όλη η οικογένεια κλπ. Στην αρχή της εβδομάδας του γάμου ΄΄γέμιζαν΄΄ τα προικιά με βάγι, που τα έφερναν από το Μπετσέικο κορίτσια και αγόρια ανύπαντρα, που είχαν και τους δυο γονείς τους, δλδ δεν ήταν ορφανά. Με αυτά τα βάγια στόλιζαν τα προικιά στη σάλα του σπιτιού σε περίοπτη θέση, από όπου περνούσε όλο το χωριό να τα καμαρώσει και να ευχηθεί τα καλορίζικα με ρύζι και κουφέτα. Βέβαια, δεν έλειπε και το κουτσομπολιό, αν ήταν λίγα ή πολλά, αν ήταν καλοκεντημένα τα προικιά και πολλά άλλα.
Κατόπιν, τραγουδούσαν την προίκα, χόρευαν και η νύφη τους κερνούσε. Το γλυκό του γάμου ήταν οι κουραμπιέδες, που για να φτιαχτούν βοηθούσαν όλες οι γυναίκες του χωριού. Τους τοποθετούσαν σε μια κανίστρα (πλεκτό καλάθι), και τους κερνούσαν μέσα από εκεί. Αργότερα, κερνούσαν και δίπλες ή μπακλαβά φταιγμένα από τις νοικοκυρές.
Τα έθιμα του γάμου συνεχιζόταν την Πέμπτη το βράδυ, όπου αναπιάζονταν τα προζύμια στο σπίτι του γαμπρού, που παρευρίσκονταν όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι του και ακολουθούσε γλέντι.
Την Παρασκευή μεταφέρονταν τα προικιά στο σπίτι του γαμπρού. Αν ο γαμπρός ήταν από το ίδιο χωριό, τότε μεταφέρονταν με τα χέρια από νέους και νέες χορεύοντας και τραγουδώντας. Εκεί τους περίμενε η πεθερά που τους τρατάριζε τα γλυκά και τους μεζέδες. Αν, όμως, ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, η προίκα φορτονώταν σε άλογα, που οι σέλες τους στολίζονταν με δαντελένια σεντόνια και πήγαιναν στον προορισμό τους. Ήταν φαντασμαγορικό το θέαμα να βλέπεις να κατηφορίζουν 20-30 άλογα με την προίκα και τους καλοντυμένους κεφάτους συμπεθέρους. Το ίδιο γινόταν και την Κυριακή την ημέρα του γάμου. Το συμπεθεριό ετοιμαζόταν και συγκεντρωνόταν όλοι στην πλατεία του χωριού από όπου κατηφόριζαν ή ανηφόριζαν, ανάλογα από το χωριό που καταγόταν η νύφη.
Αφού γινόταν η τελετή του γάμου στο χωριό της νύφης, όλοι μαζί τραγουδώντας επέστρεφαν στο χωριό του γαμπρού, όπου συνεχιζόταν στην αυλή του σπιτιού το φαγοπότι και το γλέντι. Η πεθερά περίμενε στην πόρτα το ζευγάρι και το μέλωνε με μια κουταλιά μέλι για να είναι γλυκιά η ζωή τους και τους έβαζε στην είσοδο της πόρτα να πατήσουν τη μασιά, για να είναι γεροί και σιδερένιοι.
Αν η νύφη ήταν ξένη, τη Δευτέρα η πεθερά και οι ξαδέλφες ου γαμπρού την ξεναγούσαν σε όλο το χωριό να μάθει τα κατατόπια. Συνήθως το νέο ζευγα΄ρι ζούσε με τους γονείς – πεθερικά, που αυτό συνεπάγετο πολύ υπομονή από τις δυο πλευρές, καθώς συχνά δημιουργούνταν προστριβές που χαλούσαν την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Το πάνω χέρι βέβαια, είχε η πεθερά, εκτός αν βρισκόταν καμιά νύφη τσαούσα.
Την επομένη Κυριακή ο γαμπρός έπρεπε να πάει τη νύφη στους γονείς της, γινόταν δλδ τα λεγόμενα «πιστρόφια» (επιστροφή) στο πατρικό σπίτι, για μια βέβαια ημέρα, για να εκφράσει η νύφη τις εντυπώσεις της από τη νέα της ζωή, πιθανόν και τα παράπονα της.
Τελειώνοντας θα ήθελα, μέσα από αυτές τις σελίδες, να στείλω τις ευχές μου για υγεία και ευτυχία σε όλους τους Χρυσοχωρίτες, όπου κι αν βρίσκονται και να τους ζητήσω να κρίνουν με επιείκεια τα γραφόμενα μου.
Να ευχαριστήσω και πάλι τον Πέτρο Τούντα, για την ωραία δουλειά που έχει κάνει να καταγράψει την ιστορία του χωριού και για τη σπίθα που άναψε σε μένα να αναμοχλεύσω τις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω όλους εκείνους, που ζουν εκεί αν και είναι πολύ λίγοι και που κοπιάζουν για να βελτιώσουν την καθημερινότητα του χωριού μας, όπως το σύλλογο Χρυσοχωριτών με πρόεδρο τον Παναγιώτη Κομνηνό και τη Βάσω Ηλιοπούλου – Ξυνή, πρόεδρο του χωριού, για το ενδιαφέρον και την προσφορά της σε αυτό, καθώς και όλους τους προγενέστερους προέδρους και γραμματείς της κοινότητος.
Ευχαριστώ τους γονείς μου για την παιδεία που μου προσέφεραν και για το ανοιχτό τους μυαλό. Τα αδέλφια μου που σαν μικρότερη διδάχθηκα πολλά από αυτούς.
Αγαπητοί συμπατριώτες,
Ας γυρίσουμε νοερά και νοσταλγικά στα παιδικά μας χρόνια. Εκεί στο μικρό καταπράσινο χωριό μας, στο φτωχικό μας σπίτι, στη μυρωδάτη αυλή μας, στους δικούς μας ανθρώπους βρίσκεται η ηρεμία και η ευτυχία. Και από εκεί πρέπει να αντλούμε δύναμη για την καθημερινότητα.
Ασημακοπούλου – Χατζάτογλου Γιαννούλα

