Οι πρώτοι κάτοικοι που άρχισαν να μένουν στο χώρο του χωριού μας λέγεται ότι ήταν το 1797. Τσοπάνηδες από τα βουνά της Αρκαδίας το Φθινόπωρο κατέβαιναν με τα κοπάδια τους για το κάμπο της Ηλείας. Στο σημείο που βρίσκεται το χωριό έφτιαχναν πρόχειρες καλύβες για να ξεκουράζονται οι ίδιοι και τα κοπάδια τους. Μετά συνέχιζαν περνώντας το ποτάμι Λάδωνας για την Ηλεία. Την άνοιξη επιστρέφοντας από τον κάμπο της Ηλείας προς τα βουνά έκαναν πάλι σταθμό στο ίδιο σημείο να ξεκουραστούν και στην συνέχεια να συνεχίσουν για τον προορισμό τους.
Αυτό γινόταν όπως είπαμε μέχρι το 1797. Ετσι λοιπόν και το φθινόπωρο όπως και τα προηγούμενα χρόνια κατεβαίνοντας από τα βουνά και πηγαίνοντας για τον κάμπο της Ηλείας κάθισαν με τα κοπάδια τους να ξεκουραστούν όπως πάντα.
Αυτό το φθινόπωρο όμως, λόγω των πολλών βροχών και τα πολλά νερά του ποταμού Λάδωνα, αναγκάστηκαν να παραμείνουν εκεί. Επειδή η τοποθεσία ήταν ιδανική για τα κοπάδια τους, αλλά και για να ασχοληθούν και με καλλιέργειες έμειναν για πάντα εκεί. Από αυτούς τους πρώτους κατοίκους του 1797 έγινε το χωριό μας που σήμερα λέγετε Χρυσοχώρι. Αρχικά δεν υπήρχε ονομασία του χωριού. Αρχές του 1800 κάποιος Τούρκος από ψηλά το Αγιονέρι βλέποντας καπνό να βγαίνει από τις καλύβες σκέφτηκε να πάει να ζητήσει χαράτσι ( φόρο). Όταν όμως ο Αγά-Καραχασάν ρώτησε τον Αγιονερίτι ποιοί μένουν εκεί κάτω, η απάντηση που του δόθηκε ήταν κάτι "βλάχοι". Αυτό το όνομα λοιπόν πήρε τότε η τοποθεσία αυτή με τους λίγους τσοπάνηδες. Μεγαλώνοντας πλέον σαν χωριό έμεινε το όνομα "Βλάχοι" για αρκετά χρόνια και συγκεκριμένα μέχρι το 1959. Την χρονιά αυτή ο διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας Δημητσάνας επισκεπτόμενος το χωριό μας για υπηρεσιακούς λόγους θαύμασε την τοποθεσία του χωριού με τα πολλά ποτιστικά χωράφια και τα καλλιεργήσιμα κτήματα και είπε στο Νικόλα Ασημακόπουλο, "Αυτό το χωριό πρέπει να το λέγανε ΧΡΥΣΟ ΧΩΡΙΟ και όχι ΒΛΑΧΟΙ".
Με αφορμή αυτή την δήλωση του Τραπεζίτη, ο Νικόλαος Ασημακόπουλος, ο Γιώργος Μαυροειδόπουλος και ο Ντίνος ο Κουστένης και άλλοι αποφάσισαν την νέα ονομασία του χωριού από "Βλάχοι" σε "Χρυσοχώρι".
Ετσι λοιπόν προχώρησαν στις σχετικές διαδικασίες και από το 1959 το χωριό μας μετονομάζεται σε Χρυσοχώρι.
Οπως είπαμε και πριν, οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού μας έστησαν καλύβες. Στην συνέχεια όμως άρχισαν να χτίζουν χαμοκέλες ( μικρά ισόγεια σπίτια). Οι χαμοκέλες φτιάχνονταν με πέτρες και λάσπη από χώμα. Τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν ξύλινα καθώς και η σκεπή ξύλινη με κεραμίδια. Το δάπεδο ήταν χωματένιο.
Στο μισό του μικρού αυτού σπιτιού έμενε η οικογένια και στο άλλο μισό τα ζωντανά (ζώα), γαϊδούρια, άλογα, βόδια ή ότι άλλο είχε κάθε νοικοκύρης.
Αργότερα όμως σιγά-σιγά άρχισαν να φτιάχνουν ψηλότερα σπίτια δηλαδή σπίτια με ισόγειο και άλλο ένα πάτωμα. Στο ισόγειο έμεναν τα ζώα και στο πρώτο πάτωμα (όροφο) οι οικογένειες.
Το 1964 μετά από το σεισμό όλα τα σπίτια έπαθαν ρωγμές και το κράτος αποζημίωσε τις καταστροφές με 30 - 50 χιλιάδες δραχμές για την ανακαίνιση καινούργιων σπιτιών με τούβλα και τσιμέντο.
Οι Χρυσοχωρίτες από τα πρώτα χρόνια μέχρι σήμερα παρέμειναν κτηνοτρόφοι και γεωργοί. Παρ'όλο αυτό όμως πολλοί Χρυσοχωρίτες πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στο χωριό.
Στο συνοικισμό του Χρυσοχωρίου υπήρχε μύλος (νερόμυλος) για πάρα πολλά χρόνια. Εκεί έφερναν το σιτάρι να το αλέσουν από τα γύρω χωριά. Ηταν για πολλά χρόνια μια καλή επιχείρηση.
Στο χωριό είχαμε γύφτικο (σιδηρουργείο) για επισκευή κασιάρων, τσεκουριών, κασμάδων, αξίνων κλπ., που για πολλά χρόνια ο Γιώργος ο Ξυνής και αργότερα ο γιός του ο Πάνος Ξυνής, ο Γιάννης ο Μπουρνάς με το Γιώργο τον αδελφό του πρόσφεραν στο χωριό μας και στα γύρο χωριά τις υπηρεσίες τους.
Είχαμε και τους μαραγκούς τον Βασίλη Κομνηνό και αργότερα τον Ηλία Ηλιόπουλο και τον Νίκο Σπανό.
Οσο για κτίστες; και αυτοί δεν έλειπαν όπως ο Βασίλης ο Τούντας, ο Γιώργος ο Βασιλόπουλος και ο Μαρίνος ο Τσίρμπας. Ολοι είχαν δουλέψει για το χωριό μας και τα χωριά της περιοχής.
Μαγαζιά είχαμε το πρώτο από τον Νικόλα Μπουρνά, μετά άνοιξε ο Δημήτρης Γεωργ. Μπουρνάς, αργότερα ο Ντίνος ο Κουστένης, κατόπιν ο Μαρίνος Μπουρνάς, ο Παναγιώτης ο Κόκκινος και στο συνοικισμό Γαρατζηνού ο Γιάννης Λουμιότης ο "Σπανόγιαννης".
Εκτός από τους τεχνίτες επιχειρηματίες στο χωριό είχαμε και τους πρακτικούς γιατρούς. Ολοι πρέπει να θυμηθούμε τις προσφορές των τριών πρακτικών γιατρών.
Ο Γιώργος Δημ. Μπουρνάς για πολλά χρόνια έκανε χρέη οδοντιάτρου. Πάρα πολλοί Χρυσοχωρίτες που είχαν πρόβλημα με τα δόντια τους πήγαιναν στον οδοντίατρο και αυτός χωρίς ενέσεις και κατάλληλα εργαλεία απλά με μια τανάλια και ένα σφυρί έβγαζε τα δόντια που δημιουργούσαν τα προβλήματα.
Οι επιτυχίες του συμπατριώτη μας Γεωργίου Δημ. Μπουρνά ως οδοντίατρου ήταν επιμελημένη γιατί κανείς από τους ασθενείς του δεν είχε πάθει ποτέ τίποτα, ούτε και την παραμικρή μόλυνση.
Ενας άλλος πρακτικός επιστήμονας που το χωριό μας ανέδειξε ήταν ο Νικόλας Δημ. Τσατσαρώνης. Ορθοπεδικός στην ειδικότητα ο Νικολός έφτιαχνε όλα τα βγαλμένα ή σπασμένα πόδια ή χέρια.
Ο καλός πρακτικός ορθοπεδικός είχε γιατρέψει πολλούς συμπατριώτες μας καιμάλιστα αφιλοκερδώς. Οι επιτυχίες του ήταν τόσο μεγάλες που κανένας από τους ασθενείςτου δεν χρειάστηκε να επισκεφτεί άλλον γιατρό.Δικαιολογημένα λοιπόν, οι χρυσοχωρίτες τον αποκαλούσαν γιατρό.
Ο τρίτος που προσέφερε υπηρεσίες για πολλές δεκαετίες (1935 -1995) ήταν η Δήμητρα Ηλιοπούλου "Κοστίνα", η μαία του χωριού μας.
Για πολλά χρόνια η συμπαθητική γειτόνισσα μου ήταν η μοναδική και αναντικατάστατη πρακτική μαία του χωριού.
Στην εποχή της Κοστίνας δεν είχε πρόβλημα καμία εγκυμονούσα διότι η μαμή ήταν πάντα κοντά της. Οταν ερχόταν η ώρα για το ευτυχές γεγονός έκανε τέλεια την δουλειά της και μητέρα και μωρό έχαιραν άκρας υγείας. Η αμοιβή της ένα ποτηράκι κρασί κι αυτό αν υπήρχε για τις ευχές για το νεογέννητο.
Το χωριό μας διέθετε ασφαλώς και τσαγκάρη. Ο κυρ-Κώστας από το 1957 έως το 1980 φρόντιζε για κάθε πρόβλημα των παπουτσιών.
Η προσφορά όλων των ανωτέρω ήταν τόσο σημαντική για την εποχή που αξίζει τον κόπο να τους θυμόμαστε. Ολοι τώρα είναι πλέον ηλικιωμένοι.Τα επαγγέλματα των
περισσοτέρων έχουν εκλείψει πλέον. Δεν υπάρχουν νερόμυλοι, γύφτικα κλπ.
Στο βιβλίο μας θα περιοριστούμε στην ιστορία του χωριού και σ'όσους έμειναν εκεί.
Η βασική εργασία των κατοίκων του χωριού μας ήταν η κτηνοτροφία και η γεωργία. Μέχρι το 1960 πολλοί κτηνοτρόφοι έμεναν έξω από το χωριό μας μαζί με τα κοπάδια τους. Ολοι οι πατριώτες μας έχουν ποτιστικά χωράφια. Μέχρι το 1970 τα καλλιεργούσαν με το αλέτρι σπέρνοντας φυστίκι, αραποσίτι τριφύλλι κτλ. ολα τα ποτιστικά χωράφια στον κάμπο, στα Λαζια, Ντόρνα και ποταμιά.
Την σημερινή εποχή δεν καλλιεργείται ούτε τα 10% των χωραφιών. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ξερικά χωράφια που πριν το 1970 τα έσπερναν με σιτάρι, βρόμη και κριθάρι. Υπάρχει μια αύξηση στους ελαιώνες. Μετά το 1960, εξακολουθούν και σήμερα ακόμη, να βάζουν πολλές ελιές στα χωράφια του χωριού μας με αποτέλεσμα να υπάρχει άφθονο λάδι για αυτούς που μένουν στο χωριό.
Μετά το 1955 άρχισε η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών των πορτοκαλιών και λεμονιών. Η καλλιέργεια τους κράτησε για 10 έως 20 χρόνια αλλά οι αλλαγές των καιρικών συνθηκών (οι παγετοί δηλαδή) τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν αυτές τις καλλιέργειες. Σήμερα συναντά κανείς στο χωριό μας πορτοκαλιές και λεμονιές σε μικρή ποσότητα όχι για εμπόριο αλλά για τις ανάγκες της οικογενείας του χωριού.
Το ηλεκτρικό ρεύμα ήλθε στο χωριό το 1969. Μέχρι τότε δεν υπήρχαν κουζίνες, ψυγεία και φυσικά ηλεκτρικό φως.
Το ραδιόφωνο πριν το 1969 ήταν με μπαταρίες. Οσο για τηλεόραση πριν το 1969 κανείς δεν είχε την τύχη να την απολαύσει. Οι λάμπες πετρελαίου τσίγκινες ή γυάλινες ή πολυτελείας ήταν στις δόξες τους, ενώ ο φακός αποτελούσε τον οδηγό για κυκλοφορία έξω από το σπίτι. Με τον ερχομό του ρεύματος η ζωή στο χωριό άλλαξε ριζικά. Τα σπίτια φωτίστηκαν, οι δρόμοι φωταγωγήθηκαν και η ποιότητα της ζωής ανέβηκε αισθητά.
Μέχρι το 1962 το νερό το πρόσφεραν διάφορες πηγές έξω από το χωριό. Η βρυσούλα στα Βασιλέικα και η πηγή από τον Άμπουλα λίγο πριν από την γέφυρα του Λάδωνα ήταν οι τροφοδότες νερού για το χωριό που το κουβαλούσαν σε ξύλινα βαρέλια με χωρητικότητα 30 κιλά περίπου. Η μεταφορά βέβαια με τα ζώα αν και μερικές φορές το μετέφεραν οι γυναίκες και ποτέ βέβαια οι άντρες. Με το νερό αυτό έπλεναν, μαγείρευαν, πότιζαν τα κοτογούρουνα και πλένονταν αν περίσσευε.
Βάσανο μεγάλο για τις γυναίκες το πλύσιμο ρούχων πριν έλθει το νερό στο χωριό. Επρεπε να τα κουβαλήσουν οι γυναίκες ή να φορτώσουν στο ζώο τα σκουτιά (ρούχα), λεβέτη (καζάνι) και τον κόπανο ειδικό ξύλο για να πάνε στο ρέμα για πλύσιμο. Εκει άναβαν φωτιά για να ζεστάνουν το νερό στο λεβέτη. Το σαπούνι για πλύσιμο το φτιάχναν τις απόκριες όταν έσφαζαν το θρεφτάρι (γουρούνι). Με τα υπολείμματα έφτιαχναν σαπούνι της χρονιάς.
Με το ζεστό νερό, για να επανέλθουμε στο πλύσιμο έτριβαν τα ρούχα πάνω σε πέτρινες πλάκες. Για καλλίτερη δουλειά τα κοπανούσαν με το κόπανο. Η επιστροφή, κουραστική μετά την τόσο μεγάλη διαδικασία και ταλαιπωρία.
Με την άφιξη του νερού στο χωριό μεγάλη ήταν η ανακούφιση. Με το δίκιο τους όλοι ομολογούσαν "χορτάσαμε νεράκι". Από της 5 Μαρτίου του 1962 το χωριό μας έχει άφθονο νερό που τρέχει στα σπίτια και στους κήπους.
Οι δρόμοι του χωριού μέχρι το 1965 ήταν χωματόδρομοι. Τότε άρχισαν να τους φτιάχνουν από τσιμέντο και άσφαλτο. Τώρα στο εσωτερικό δίκτυο το 80 % είναι ασφαλτόδρομοι.
Το χωριό μας έχει περίπου 90 σπίτια τα 51 από αυτά κατοικούνται μόνιμα τα υπόλοιπα κατοικούνται κατά διαστήματα όταν επιστρέφουν από το εξωτερικό ή άλλα μέρη της Ελλάδος για σύντομες διακοπές.
Το χωριό μας έχει την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου στο συνοικισμό Γαρατζηνού που είναι κτισμένη το 1959.
Το Δημοτικό σχολείο του χωριού από το 1955 έως 1965 αριθμούσαν 65 έως 100 μαθητές. Σήμερα δεν λειτουργεί γιατί την δεκαετία 1960-1970 το χωριό μας άδειασε κυριολεκτικά. Μόνο για το εξωτερικό έφυγαν από το χωριό περίπου 80 άτομα. Για την Αθήνα, Τρίπολη, Καλαμάτα και γενικά στο εσωτερικό της Ελλάδας έφυγαν αρκετές εκατοντάδες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει 40 οικογένειες Χρυσοχωριτών ζουν σήμερα στο Καναδά, 9 οικογένειες στην Αμερική, 5 στην Αυστραλία και μια οικογένεια στην Ολλανδία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι Χρυσοχωρίτες στο χωριό, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό στην πλειοψηφία έχουν δουλειές δικές τους ή είναι επιστήμονες και ελάχιστοι υπάλληλοι ή δουλεύουν για άλλους.
Δεν είναι εύκολο ούτε σκόπιμο νομίζω να αναφερθούμε αναλυτικά για τον καθένα. Ξέρουμε όμως ότι από το Χρυσοχώρι έχουν βγει γιατροί, δικηγόροι, καθηγητές, καπετάνιοι, στρατιωτικοί, ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι έμποροι και γενικά επιτυχημένοι επιχειρηματίες.
Συμπερασματικά οι Χρυσοχωρίτες είναι επιτυχημένοι όπου και να βρίσκονται.
Χρυσοχωρίτες είμαστε, επιτυχημένοι και αγαπημένοι!

